Η Παιδιατρική Εταιρεία Κύπρου, με αφορμή τη συζήτηση που έχει αναπτυχθεί σχετικά με το αίτημα κάποιων νηπιαγωγείων ή/και άλλων σχολικών μονάδων όπως διενεργούνται έλεγχοι με τεστ ταχείας διάγνωσης (rapid tests) για τη λοίμωξη από τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό (RSV) και τη γρίπη προκειμένου να επιτραπεί η είσοδος παιδιών σε αυτά, επιθυμεί να τοποθετηθεί με σαφήνεια, στη βάση των διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων.
Ο καθολικός έλεγχος ασυμπτωματικών παιδιών με rapid tests για τον RSV και για τον ιό της γρίπης ή/και άλλους ιούς δεν θεωρείται, γενικά, αποτελεσματική στρατηγική για τον έλεγχο της διασποράς των λοιμώξεων στο σχολικό περιβάλλον. Παρότι είναι γνωστό ότι μπορεί να επισυμβεί ασυμπτωματική μετάδοση, τα τεστ ταχείας διάγνωσης εμφανίζουν μειωμένη ευαισθησία σε περιπτώσεις χαμηλού ιϊκού φορτίου, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων. Κατά συνέπεια, ο καθολικός έλεγχος ενδέχεται να δημιουργεί ψευδή αίσθηση ασφάλειας, χωρίς ουσιαστικό επιδημιολογικό όφελος.
Επιπλέον, η εφαρμογή μαζικού ελέγχου σε ασυμπτωματικό πληθυσμό δεν τεκμηριώνεται ως οικονομικά αποδοτική πρακτική, ιδιαίτερα όταν συγκρίνεται με τη στοχευμένη εξέταση παιδιών που παρουσιάζουν συμπτώματα οξείας αναπνευστικής λοίμωξης.
Ο πρωταρχικός στόχος των διαγνωστικών εξετάσεων είναι ο έγκαιρος εντοπισμός των μολυσμένων ατόμων ώστε να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα απομόνωσης και περιορισμού της μετάδοσης. Τα rapid tests για γρίπη, RSV και άλλους ιούς έχουν αποδεδειγμένη κλινική αξία στη διάγνωση παιδιών με οξέα αναπνευστικά συμπτώματα. Ωστόσο, τα μέχρι σήμερα δεδομένα δεν υποστηρίζουν ότι ο έλεγχος ασυμπτωματικών παιδιών μειώνει σημαντικά τα συνολικά ποσοστά διασποράς εντός των σχολικών μονάδων.
Η ορθή χρήση τους συμβάλλει σημαντικά στη βελτίωση της κλινικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης της αχρείαστης χορήγησης αντιβιοτικών. Αντίθετα, ο προληπτικός έλεγχος ατόμων χωρίς συμπτώματα δεν συνεισφέρει καθοιονδήποτε τρόπο στην προσπάθεια αυτή.
Η Παιδιατρική Εταιρεία Κύπρου υπογραμμίζει ότι τα μέτρα πρόληψης και ελέγχου των λοιμώξεων στο σχολικό περιβάλλον θα πρέπει να βασίζονται σε τεκμηριωμένες, επιστημονικά αποδεκτές πρακτικές και επισημαίνει τη σημασία της έγκαιρης αναγνώρισης, της παραμονής στο σπίτι των συμπτωματικών παιδιών, της σχολαστικής τήρησης των βασικών κανόνων υγιεινής και του εμβολιαστικού σχήματος καθώς και της προστασίας των ευάλωτων ομάδων.